Translate

Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017

Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΑΠΌ ΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ

  ΕΞΑΡΧΟΥ ΝΙΚΗ 
  Σχολική Σύμβουλος
  Προσχολικής Αγωγής.

Η μετάβαση του νηπίου από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο θεωρείται μία από τις κρίσιμες  περιόδους της παιδικής ηλικίας. Η περίοδος αυτή σηματοδοτεί ιδιαίτερα έντονες αλλαγές τόσο στην προσωπικότητα του παιδιού όσο και στο οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, εκθέτοντας το παιδί σε μια ποικιλία αλλαγών και απαιτήσεων, (γνωστικών, συναισθηματικών, κοινωνικών) στις οποίες καλείται να ανταποκριθεί βάσει καθορισμένων προδιαγραφών.
Δεδομένου ότι η μάθηση είναι μία συνεχής διαδικασία, η μετάβαση από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο είναι σημαντική για όλους όσους εμπλέκονται στη διαδικασία αγωγής και  εκπαίδευσης του νηπίου.
Για τους λόγους αυτούς η αναγκαιότητα της ομαλής μετάβασης του παιδιού από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο βρέθηκε στο επίκεντρο της προσοχής των ερευνητών και της Επιστημονικής Κοινότητας, στον ευρωπαϊκό χώρο τα τελευταία χρόνια.
 Σχετικός προβληματισμός υπήρξε  από τη λειτουργία του πρώτου νηπιαγωγείου και την αναγνώριση της σπουδαιότητας   του θεσμού της προσχολικής αγωγής. Στον Ελληνικό χώρο τα ερωτήματα της ομαλής μετάβασης απασχόλησαν αποσπασματικά και μεμονωμένα τους παιδαγωγούς  επιστήμονες οι οποίοι κινήθηκαν κυρίως γύρω από τη χρονική μετάβαση του παιδιού στο υποχρεωτικό σχολείο. Οι έρευνες των περισσοτέρων συνηγορούσαν υπέρ της αλλαγής της ηλικίας έναρξης της  σχολικής φοίτησης, αλλά με την ψήφιση του Ν.2327/1995 και την εναρμόνιση της σχολικής ηλικίας σύμφωνα με τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες σταμάτησαν.
 Έρευνες υποστηρίζουν πως οι πρώτες εμπειρίες μάθησης έχουν καταλυτική επίδραση στη διαμόρφωση βαθύτερων χαρακτηριστικών της προσωπικότητας του παιδιού αλλά και στην περαιτέρω ακαδημαϊκή του εξέλιξη, καθώς και στη διανοητική και συναισθηματική του ανάπτυξη.
Το νηπιαγωγείο παίζει ασφαλώς το διαμεσολαβητικό ρόλο στην ομαλή ένταξη και προσαρμογή του παιδιού για ομαλή μετάβασή του  στο δημοτικό σχολείο και αποτελεί τη γέφυρα, η οποία συνδέει δύο διαφορετικά περιβάλλοντα μέσα στα οποία το παιδί ζει αρκετές ώρες της ημέρας και διαμορφώνει την προσωπικότητά του.
Σκοπός της εκπαίδευσης σε αυτό το χρονικό διάστημα είναι να εναρμονίσει και να διασφαλίσει μια ομαλή μετάβαση του παιδιού από ένα οργανωμένο και εμπλουτισμένο μαθησιακό περιβάλλον  με ευέλικτο  πρόγραμμα, το νηπιαγωγείο, στο αυστηρά δομημένο και συχνά τυποποιημένο σχολικό περιβάλλον του δημοτικού σχολείου, με στόχο  ν’ αμβλυνθούν και να ξεπεραστούν τυχόν δυσκολίες και προβλήματα γνωστικά, συναισθηματικά και κοινωνικά.
Ωστόσο συχνά παρουσιάζονται αξεπέραστες δυσκολίες σε έναν αριθμό παιδιών και η μετάβασή τους από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο εξακολουθεί να παραμένει ένα θέμα προβληματισμού για τους εκπαιδευτικούς και την Επιστημονική Κοινότητα.
Η είσοδος του παιδιού στο σχολείο και η μεταβάσή του σε ένα νέο και άγνωστο περιβάλλον συνδέεται με συγκεκριμένες προσδοκίες  και ενθουσιασμό ,αφ’ ενός μεν για το ίδιο το παιδί και για τους γονείς του, που ενδέχεται  να παρουσιάζει ποικίλους βαθμούς αγωνίας, έντασης και ανησυχίας, αφ ΄ετέρου δε και για τον εκπαιδευτικό ο οποίος δεν επιλέγει τους μαθητές της τάξης  του, άρα δε γνωρίζει γι αυτούς  στοιχεία που θα τον διευκόλυναν στον καλύτερο σχεδιασμό  του εκπαιδευτικού του έργου .
Με την είσοδό τους τα παιδιά στο δημοτικό σχολείο έχουν να αντιμετωπίσουν ένα περιβάλλον φυσικό και κοινωνικό που είναι εντελώς διαφορετικό σε σχέση με τις προηγούμενες εμπειρίες τους, τόσο σε σχέση με τη διαμόρφωση και την οργάνωση του χώρου και του λειτουργικού πλαισίου, όσο και με τα πρόσωπα ,ενήλικες και συνομήλικες ,αλλά και το αυστηρά δομημένο Αναλυτικό  Πρόγραμμα.
Ακόμη και στην περίπτωση που ορισμένα παιδιά έχουν ήδη βιώσει τη διαφορά του οικογενειακού περιβάλλοντος σε σχέση με αυτό του νηπιαγωγείου, τόσο από την άποψη χώρου, αντικειμένων, προσώπων και δραστηριοτήτων, θα χρειαστεί κατά την είσοδό τους στο δημοτικό σχολείο να αντιμετωπίσουν νέες προκλήσεις για προσαρμογή στις νέες συνθήκες ,αναλαμβάνοντας πλέον και έναν πιο υπεύθυνο ρόλο, το ρόλο του «μαθητή».
Άρα η μετακίνηση του παιδιού από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο αποτελεί ένα σημαντικό σταθμό στην προσωπική του εξέλιξη αφού στη διάρκεια του καλείται να εκδηλώσει την αυτονομία και την ανεξαρτησία του από το μέχρι τώρα οικογενειακό πλαίσιο, σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον. Κατά συνέπεια το νηπιαγωγείο - και ιδιαίτερα το Ολοήμερο νηπιαγωγείο - παίζει καθοριστικό ρόλο στην προσαρμογή του παιδιού και έχει ως στόχο να υποβοηθήσει τα νήπια να υιοθετήσουν μια θετική στάση απέναντι στον κόσμο του σχολείου.
Το πρόβλημα της μετάβασης του νηπίου από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο, ή το πρόβλημα του «συνδετικού κρίκου» διερευνήθηκε σε εκπαιδευτικά  συμπόσια στις Βερσαλίες και στο Μπούρνεμουθ το 1977.
 Με Κεντρική Ιδέα ότι η συνέχεια στην εκπαίδευση είναι εξαιρετικής σημασίας, τα συμπεράσματα που ακολούθησαν ήταν ότι:
Οι δύο βαθμίδες προσχολική και δημοτική εκπαίδευση πρέπει να συνεργάζονται και να προσφέρουν συνεχείς και επάλληλες εκπαιδευτικές εμπειρίες με βασική προϋπόθεση ο/η νηπιαγωγός να λαμβάνει υπόψη του/της τις εμπειρίες - γνώσεις που θα ακολουθήσουν και αντίστοιχα ο δάσκαλος του δημοτικού σχολείου να είναι ενημερωμένος γι αυτές που προηγήθηκαν (Κιτσαράς1997).
Η εναρμόνιση των σχέσεων και των σκοπών των δύο βαθμίδων εκπαίδευσης με συνέπεια και ευελιξία είναι απαραίτητη προϋπόθεση. Η ευελιξία είναι απαραίτητη κυρίως στα μεταβατικά χρόνια, δηλαδή το τελευταίο του νηπιαγωγείου και την πρώτη τάξη του δημοτικού σχολείου ώστε να προκύψει ο προθάλαμος  της «σχολικής ωριμότητας».
Ασφαλώς η περίοδος της προσχολικής φοίτησης είναι μια σύντομη αλλά ανεπανάληπτη φάση  στη συνεχή πορεία  της μάθησης και τα πρώτα χρόνια αποτελούν αστείρευτη πηγή εμπειριών που σηματοδοτούν όλη τη διάρκεια της ζωής του παιδιού, αν λάβουμε υπόψη, ότι η μάθηση διαγράφει μια συνεχή πορεία(νηπιαγωγείο-δημοτικό-γυμνάσιο).Επομένως η έλλειψη, συντονισμένης συνέχειας των μορφωτικών εμπειριών του παιδιού είναι δυνατόν να επιφέρει ανεπιθύμητα αποτελέσματα στην ανάπτυξή του.
Έρευνες υποστηρίζουν ότι πολλά παιδιά αρχίζουν το δημοτικό σχολείο με άρνηση και αποτυχία. Η μη σωστή και όχι σπάνια ανειλικρινής παιδαγωγική σχέση, οι αυξημένες απαιτήσεις του δημοτικού σχολείου σε σχέση με το νηπιαγωγείο, οι άνισες προϋποθέσεις μάθησης, οι ατομικές διαφορές των παιδιών, ο μεθοδολογικός τρόπος διδασκαλίας δε λαμβάνονται σοβαρά υπόψη κατά τη μετάβαση του παιδιού στο δημοτικό σχολείο, με αποτέλεσμα το άγχος, την ανασφάλεια και τον αποπροσανατολισμό των μικρών μαθητών.

Αυτό ασφαλώς οφείλεται στη διαφορετικότητα της ψυχοσωματικής τους ανάπτυξης αλλά και στις προηγούμενες διαφορετικές εμπειρίες που έχει δεχθεί κάθε παιδί μέχρι τη στιγμή της εισόδου του στο υποχρεωτικό σχολικό περιβάλλον. Αυτή η ανομοιογένεια που παρατηρείται ανάμεσα στους μαθητές  μιας σχολικής τάξης, ως προς την ικανότητα πρόσληψης του μαθησιακού αγαθού, δεν προσδιορίζεται μόνο από το βιολογικό παράγοντα(χρονολογική ηλικία) αλλά και από άλλους παράγοντες όπως(κληρονομικότητα, ωρίμανση, προσχολική εμπειρία, ειδικά προβλήματα κ.λ.π.), ο συνδυασμός των οποίων προσδιορίζει τη «σχολική ετοιμότητα» του κάθε παιδιού.
Η έννοια της σχολικής ετοιμότητας αποδίδει την ικανότητα του παιδιού να αφομοιώνει την ύλη που διδάσκεται στο σχολείο, το μαθησιακό αγαθό, οικοδομώντας πάνω στο υπόστρωμα των εμπειριών που διαθέτει από την προσχολική ηλικία και τη φοίτησή του στο νηπιαγωγείο.
Αξίζει να σημειώσουμε εδώ τον τρόπο που ακόμη και σήμερα είναι οργανωμένη μια σχολική τάξη δημοτικού σχολείου, και όταν μιλούμε για σχολική τάξη εννοούμε τα παιδιά ,τον εκπαιδευτικό και το αντικείμενο διδασκαλίας, το οποίο είναι σε πλήρη αντίθεση με το πρόγραμμα του νηπιαγωγείου.
Οι τρεις αυτοί παράγοντες διαμόρφωσης της σχολικής τάξης ασφαλώς δεν στηρίζονται στην ελεύθερη επιλογή. Τα κριτήρια συνύπαρξης είναι τυχαία και συχνά όχι επιθυμητά .Και για μεν τον εκπαιδευτικό και το διδακτικό αντικείμενο υπάρχει σχετική δυνατότητα αλλαγής για δε το παιδί - μαθητή αυτή η δυνατότητα εκλείπει .
 Επομένως δεν πρέπει να αγνοήσουμε τη συμβολή του νηπιαγωγείου στη σχολική ωριμότητα, δηλαδή στη διαμόρφωση της σχολικής ετοιμότητας, δεδομένου ότι το νηπιαγωγείο συστηματοποιεί τις γνώσεις  και τις εμπειρίες των παιδιών και τα προετοιμάζει γνωστικά και συναισθηματικά για τη σχολική τους ένταξη.
 Έρευνες έδειξαν ότι για πολλά παιδιά το ξεκίνημα στο δημοτικό σχολείο αρχίζει από άνισες αφετηρίες. Το συσσωρευτικό έλλειμμα και οι διαφοροποιημένες πρώτες εμπειρίες που προέρχονται από το οικογενειακό περιβάλλον και το κοινωνικό- πολιτιστικό –οικονομικό status των γονέων και κυρίως από το μορφωτικό τους επίπεδο  καθορίζουν αποφασιστικά την ποσότητα και την ποιότητα των προσχολικών εμπειριών του παιδιού.
 Όλες οι γνώσεις, οι συνήθειες, οι αξίες και  οι δεξιότητες που συνιστούν το προσωπικό υπόβαθρο κάθε παιδιού λειτουργούν ως ένας παρωθητικός παράγοντας για την απόκτηση και την αφομοίωση της νέας γνώσης. Άρα η ποιότητα του οικογενειακού περιβάλλοντος επηρεάζει θετικά ή αρνητικά  την νοητική εξέλιξη του παιδιού.
Αυτή την ανισότητα καλείται να εξισορροπήσει το νηπιαγωγείο  και με καλύτερες δυνατότητες το ολοήμερο νηπιαγωγείο.  

Παράγοντες που προωθούν την ομαλή μετάβαση του νηπίου από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο

Το αίτημα για ποιοτική εκπαίδευση μπορεί  να ικανοποιηθεί μόνο όταν η οικογένεια και το νηπιαγωγείο καθώς και οι υπόλοιποι μορφωτικοί φορείς, συνεργάζονται εποικοδομητικά μεταξύ τους με μια σχέση αλληλοπροσφοράς και  συνέχειας.
Όμως πόσο και πώς εμπλέκονται οι γονείς στο έργο του νηπιαγωγείου;
Η σύγχρονη εκπαιδευτική έρευνα αποκαλύπτει, ότι τα περισσότερο αποτελεσματικά εκπαιδευτικά προγράμματα, για την προσχολική ηλικία,  από τριών έως οκτώ ετών, είναι εκείνα που εμπλέκουν  τους γονείς στην παιδαγωγική διαδικασία.
Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες η ανάμειξη των γονέων στο έργο του νηπιαγωγείου έχει δυναμική και αποφασιστική εμπλοκή στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα του νηπιαγωγείου με θετικά, εκτός εξαιρέσεων, αποτελέσματα στην εξέλιξη των νηπίων.
Στην Ελλάδα η συνεργασία γονέων και εκπαιδευτικών παραδοσιακά βασίζονταν στις συναντήσεις για ενημέρωση και ανταλλαγή απόψεων, σε διαλέξεις με παιδαγωγική θεματολογία, και  κοινωνικές επαφές.
Σήμερα οι σύγχρονες τάσεις στην εκπαίδευση και η εφαρμογή καινοτομιών στα Αναλυτικά Προγράμματα επιβάλλει διαφοροποίηση αυτής της συνεργασίας.
Οι σχέσεις της συνεργασίας νηπιαγωγών και γονέων οφείλουν να  στηρίζονται στις αρχές της αμοιβαιότητας, του σεβασμού, της κατανομής ευθυνών, της εξομάλυνσης των τυχών διαφωνιών που προκύπτουν, με γνώμονα την επίτευξη των κοινών στόχων και την ωφελιμότητα στην εκπαίδευση των παιδιών. Προϋπόθεση όλων αυτών αποτελεί η συχνή επικοινωνία και η συνεργασία να βασίζεται στη μοιρασμένη ευθύνη, στην κατανόηση, στον αμοιβαίο σεβασμό και το διάλογο ο οποίος  θεμελιώνεται με μια διαρκή επικοινωνία με τους γονείς ώστε οι προσδοκίες τους για ομαλή μετάβαση του παιδιού από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο να συντονίζονται.
Η οικοδόμηση θετικών σχέσεων μεταξύ των γονέων και των νηπιαγωγών είναι καταλυτικής σημασίας. H σχέση αυτή στηρίζεται στην κατανόηση και στις ρεαλιστικές απαιτήσεις που μπορούν να έχουν και τα δύο μέρη, νηπιαγωγός και γονείς, για το τι μπορεί ο καθένας να προσφέρει στον κοινό στόχο της εκπαίδευσης του παιδιού.
Ωστόσο, η συνεργασία με όλους τους γονείς δεν είναι πάντοτε εύκολη για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.
Οι νηπιαγωγοί πρέπει να είναι διατεθειμένες να παρέχουν στους γονείς πρόσβαση σε σχετικές πληροφορίες για το αναλυτικό πρόγραμμα και για το γενικότερο πλαίσιο εργασίας του νηπιαγωγείου και να τους έχουν συνεργάτες και βοηθούς στο παιδαγωγικό τους έργο.
 Η μετάβαση του παιδιού από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο είναι μια αρκετά αγχογόνος χρονική περίοδος για τους γονείς. Οι νηπιαγωγοί μπορούν και πρέπει  να διευκολύνουν αυτή τη μετάβαση με τον κατάλληλο σχεδιασμό καλών πρακτικών, την έγκαιρη πληροφόρηση για την πρόοδο, τη σχολική  ετοιμότητα  του παιδιού τους  και τον καθησυχασμό στους προβληματισμούς τους.

Καλές πρακτικές που ενισχύουν την ομαλή μετάβαση

Όταν τα παιδιά αντιλαμβάνονται ότι το σχολείο και το σπίτι συνεργάζονται αρμονικά νιώθουν περισσότερο ασφαλή, καθώς οι δυο κόσμοι τους ενώνονται και συνυπάρχουν (Dolge &Colker,1998).
Τα νήπια είναι έτοιμα να παρακολουθήσουν επιτυχημένες μαθησιακές εμπειρίες στο δημοτικό σχολείο όταν υπάρχει θετική αλληλεπίδραση ανάμεσα στα αναπτυξιακά χαρακτηριστικά του παιδιού, τις σχολικές πρακτικές και την οικογενειακή υποστήριξη.
ü  Η ενεργός συμμετοχή και εμπλοκή γονέων στα σχέδια κοινής εκπαιδευτικής δράσης του νηπιαγωγείου και του δημοτικού σχολείου, όπως, επισκέψεις, εκδρομές,  οργάνωση εκδηλώσεων και εορτών, καθορίζουν θετικά τη στάση των παιδιών στην ομαλή μετάβαση.
ü  Η παροχή συνέχειας στη μάθηση μέσα από το σχεδιασμό αναπτυξιακά κατάλληλων προγραμμάτων για παιδιά νηπιαγωγείου και πρώτης δημοτικού,
ü  Η διασφάλιση της συνέχειας στην επικοινωνία και τη συνεργασία μεταξύ των δύο βαθμίδων,
ü  Η ενημέρωση και προετοιμασία των παιδιών για τη μετάβαση,
ü  Η εμπλοκή των γονέων στη διαδικασία της μετάβασης,
ü  Η συνεργασία με τους γονείς των αλλοδαπών νηπίων και με τους γονείς παιδιών με Ειδικές Ανάγκες.
ü  Συνεργασία με τους τοπικούς φορείς που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία (Δημόσιες Υπηρεσίες, Ο.Τ.Α, πολιτιστικοί φορείς, εργαστήρια, κλπ).
ü  Η ανάπτυξη θετικών, αμοιβαίων σχέσεων επικοινωνίας μεταξύ παιδιών, εκπαιδευτικών και γονέων.
ü  Στενή συνεργασία των Σχολικών Συμβούλων Προσχολικής και Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ενημερωτικές εκπομπές για γονείς από τα Μ.Μ.Ε.
ü  Επιμόρφωση δασκάλων και νηπιαγωγών και η υιοθέτηση κοινών στόχων των εκπαιδευτικών των δύο βαθμίδων.
Η κοινή εκπαίδευση θα δώσει την ευκαιρία  στους εκπαιδευτικούς των δύο βαθμίδων να θεωρούν την εκπαίδευση σαν ενιαίο σύνολο, να ανταλλάσσουν απόψεις και να διαχειρίζονται προβλήματα που εμφανίζονται κατά την μετάβαση των παιδιών από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο.

Προτάσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων μετάβασης

Οι συζητήσεις που αναπτύχθηκαν σε διεθνές επίπεδο αναφορικά με την υιοθέτηση κατάλληλων πρακτικών για την εξασφάλιση των προϋποθέσεων «ομαλής μετάβασης» από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό, προσανατολίζουν το ενδιαφέρον των ερευνητών στην αναζήτηση ενός κοινού επικοινωνιακού κώδικα, μέσα στα πλαίσια του οποίου οι έννοιες της παιδικής ηλικίας, της μετάβασης και της ετοιμότητας για τη σχολική ένταξη, θα έχουν κοινό εννοιολογικό περιεχόμενο για όλους και θα οδηγούν στη γεφύρωση του διαπιστωμένου χάσματος μεταξύ του δημοτικού σχολείου και του νηπιαγωγείου.
Η ασυνέχεια και το χάσμα ανάμεσα στα δύο αυτά εκπαιδευτικά ιδρύματα που παρατηρείται τόσο στον ελληνικό  όσο και στο διεθνή χώρο, αποδίδεται κυρίως στη διαφορετική ιστορική τους εξέλιξη, η οποία οδήγησε στην αντιμετώπισή τους ως αυτόνομων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων με διαφορετικά χαρακτηριστικά το καθένα(Βρυνιώτη,2000).
Η διαφορετική βασική εκπαίδευση των νηπιαγωγών και των δασκάλων, ο διαφορετικός παιδαγωγικός σχεδιασμός του νηπιαγωγείου και  του δημοτικού  σχολείου, καθώς και η διαφοροποιημένη χρήση του εκπαιδευτικού χώρου και των υλικών συντηρεί και διατηρεί τα προβλήματα στη μετάβαση.
Το πρόβλημα της μετάβασης του νηπίου από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο αποτελεί αντικείμενο ευρέων συζητήσεων στις χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Έρευνες και  προγράμματα στη Γερμανία επεσήμαναν ότι για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες στη μετάβαση από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι παρακάτω παιδαγωγικές αρχές:
  • Της ατομικότητας και της διαφοροποίησης
  • Της ελεύθερης επιλογής
  • Της συνεργατικότητας
  • Της συνέχειας.
Η τήρηση των αρχών της συνέχειας αποτελεί προϋπόθεση της αρμονικής ανάπτυξης του παιδιού
Η χρησιμοποίηση στρατηγικής για εξασφάλιση συνέχειας και εναρμόνισης μεταξύ των φορέων(οικογένεια, φυσικό και σχολικό περιβάλλον)θεωρείται αναγκαία για την υπερνίκηση των προβλημάτων τα οποία δημιουργούνται κατά τη μεταβατικό στάδιο από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο.
Επιτυχημένη σχολική μετάβαση  πραγματοποιείται όταν:
ü  Είναι γνωστές οι προηγούμενες εμπειρίες που έχει αποκομίσει το παιδί από την οικογένεια και το νηπιαγωγείο για το νέο σχολικό πλαίσιο.
ü  Είναι γνωστές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει κατά τη διαδικασία αλλαγής περιβάλλοντος.
ü  Έχει προετοιμαστεί θετικά από το οικογενειακό περιβάλλον και το περιβάλλον του νηπιαγωγείου.
ü  Έχει γνωρίσει και εξοικειωθεί με το φυσικό χώρο του δημοτικού σχολείου με επισκέψεις κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στο νηπιαγωγείο.
ü  Υπάρχει πρόβλεψη αντιμετώπισης σχετικών δυσκολιών που μπορεί να προκύψουν.
ü  Υπάρχει αρμονική συνεργασία των τριών διαφορετικών δομών/ οικοσυστημάτων(οικογένειας, νηπιαγωγείου, σχολείου).
ü  Υπάρχει εκτίμηση (από συστηματική παρατήρηση ) της αναπτυξιακής του ωριμότητας ή μη.
ü  Εκπονούνται σχέδια εργασίας σε συνεργασία με τάξεις του δημοτικού σχολείου.
ü  Συμμετέχει σε κοινές διοργανώσεις σχολικών εκδηλώσεων, θεατρικών παραστάσεων,εκθέσεων,επισκέψεων και εορτών.
ü  Συμμετέχει σε καινοτόμες δράσεις(progects).
 Η επιτυχία του προγράμματος για ομαλή μετάβαση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό και  από το διαφοροποιημένο ρόλο της νηπιαγωγού,(αποδοχή και προώθηση των         καινοτομιών που τα τελευταία χρόνια εφαρμόζονται στην εκπαίδευση)και στο ολοήμερο νηπιαγωγείο, από τον αριθμό των παιδιών, από τις συνθήκες του σχολικού χώρου,  από τη γειτνίαση των σχολείων, από τη συνεργασία και τις καλές σχέσεις μεταξύ των εκπαιδευτικών των δύο βαθμίδων, και την παιδαγωγική στήριξη του σχολικού συμβούλου.
Μέρος της ευθύνης  για την ομαλή μετάβαση του παιδιού έχουν και τα τρία δομικά πλαίσια, οικογένεια, νηπιαγωγείο, δημοτικό σχολείο. Η επιτυχημένη ή αποτυχημένη μετάβαση εξαρτάται επίσης  και από το ίδιο το σχολικό σύστημα, το οποίο θα πρέπει να αναθεωρήσει τις απαιτήσεις του και να τις προσαρμόσει στις δυνατότητες των μαθητών εφαρμόζοντας εξατομικευμένα διδακτικά και παιδαγωγικά μέτρα.
     Η εμπειρία εφαρμογής  του γερμανικού μοντέλου «Διαδικασία Σχολικής Ένταξης του Κιέλου» που στηρίζεται στις προτάσεις του Bromfendrenner, και χρησιμοποιεί αναγνωρισμένα διαγνωστικά εργαλεία του γερμανικού εκπαιδευτικού συστήματος, με τα οποία επιδιώκεται η συστηματική παρατήρηση του παιδιού σε διάφορους τομείς της προσωπικότητας του, θα μπορούσε να συμβάλλει στην καλλιέργεια θετικών προσδοκιών για ομαλή είσοδο του παιδιού στο σχολείο.





ΕνδεικτικήΒιβλιογραφία:

ü  Βρυνιώτη, Π. (1999). Η συνεργασία νηπιαγωγών και δασκάλων/σσών ως παράγων διαμόρφωσης ισότητας ευκαιριών κατά τη μετάβαση των παιδιών από το νηπιαγωγείο      στο δημοτικό σχολείο στην Ελλάδα και στη Γερμανία. Στο: Χ. Κωνσταντίνου και Γ. Πλειός (Επιμ.), Σχολική αποτυχία και κοινωνικός αποκλεισμός. Αιτίες, συνέπειες και αντιμετώπιση. Πρακτικά του Η΄ Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου. Αθήνα: Ελληνικά       Γράμματα, 612-625
ü  Βρυνιώτη, Π. (2000). Θεσμικός διαχωρισμός και συνεργασία μεταξύ Νηπιαγωγείου και Πρωτοβάθμιου Σχολείου στη Γερμανία και στην Ελλάδα. Εμπειρική- Συγκριτική προσέγγιση των απόψεων Ελλήνων και Γερμανών εκπαιδευτικών, Διδ. Διατριβή, Αθήνα
ü  Βρυνιώτη, Π. (2005). Μετάβαση από το Νηπιαγωγείο στο Δημοτικό Σχολείο: Μια οικοσυστημική ερευνητική προσέγγιση των κοινωνικών σχέσεων των αρχάριων μαθητών και μαθητριών στη σχολική τάξη, Παιδαγωγική Επιθεώρηση 39.
ü  Εξάρχου,Νίκη.(2004)Βιωματική Μάθηση στην Προσχολική Ηλικία.Αθήνα:Ατραπός.
ü  Καραμπάτσος, Α. (2000). Παράγοντες και εκτιμήσεις σχολικής ετοιμότητας.     Αθήνα: Ατραπός.
ü  Katz,L.Chard,S.(2004)Η μέθοδος Progect.Εισαγωγή επιμέλεια Κόνσολας, Μ. Αθήνα :Εκδόσεις  Ατραπός
ü  Καψάλης, Α. (2000). Παιδαγωγική Ψυχολογία, Γ΄ έκδοση. Θεσσαλονίκη: Αφ. Κυριακίδη
ü  Κιτσαράς, Γ.(1997). Εισαγωγή στην προσχολική παιδαγωγική, Β΄ αυτοέκδοση. Αθήνα.
ü  Copple,S(1998) Καινοτομίες στην προσχολική εκπαίδευση:Αναπτυξιακά κατάλληλες πρακτικές στα προσχολικά προγράμματα.Αθήνα:Ελληνικά Γράμματα
ü  Ματσαγγούρας, Η. (2003). Η σχολική τάξη. Αθήνα:Εκδόσεις Γρηγόρη
ü  Μπουζάκης, Σ., Γεωργογιάννης, Π. (1991). Σχολική ένταξη. Αθήνα
ü  Ντολιοπούλου,Ε.,(2000)Σύγχρονα προγράμματα για παιδιά προσχολικής ηλικίας.Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
ü  Ντολιοπούλου,Ε.,(2003)Το ολοήμερο νηπιαγωγείο στην Ελλάδα και σε 12 άλλες χώρες.Αθήνα:Ελληνικά Γράμματα.
ü  Ξωχέλλης,Π. (2002). Παιδαγωγική του σχολείου. Θεσσαλονίκη: Αφ. Κυριακίδη
ü  Πανοπούλου-Μαράτου, Ολ. (1989). Τα μικρά της Α' Δημοτικού Οι πιθανές ψυχολογικές δυσκολίες στην τάξη και στη μάθηση. Ανοιχτό Σχολείο, 25, 13-16
ü  Πανταζής, Σ. (1991). Προβλήματα στη μετάβαση του παιδιού από το νηπιαγωγείο στο σχολείο. Σύγχρονη Εκπαίδευση, 58, 45-58
ü  Πανταζής, Σ. (1997). Η κατάργηση της υποχρεωτικής εγγραφής των παιδιών ηλικίας 5 1/2 χρόνων. Σύγχρονη Εκπαίδευση, 94, 26-34 και 95,32-49
ü  Παντελής, Σπ. (1986). Ετοιμότητα για μάθηση και πρώτη ανάγνωση. Νέα Παιδεία, 37. 
ü  Παπαδιώτη-Αθανασίου, Β. (1989). Η επίδραση της ηλικίας εισόδου των μαθητών στο Δημοτικό Σχολείο στη σχολική τους επίδοση. Ψυχολογικά θέματα, 2, 112-120.
ü  Ποιοτικά Προγράμματα Προσχολικής Εκπαίδευσης.(2006)Επιμέλεια εισαγωγή Κουτσουβάνου ,Ευγ.,-Χρυσαφίδης,Κ.,Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήσης
ü  Σωτηρίου, Α. & Ζαφειροπούλου, Μ. (2003). Αλλαγές στην έννοια του εαυτού των παιδιών κατά τη μετάβασή τους από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο. Ψυχολογία.
ü  Tάφα, Ε.(1995). Χρονολογική ηλικία και αναγνωστική ικανότητα των παιδιών Β΄, Γ΄, Δ΄ Δημοτικού. Ερευνώντας τον κόσμο του παιδιού, Ο.Μ.Ε.Ρ, 1, 36-47
ü  Τοκμακίδου,Ε.(2007)Σύγχρονες προσεγγίσεις στο ζήτημα της μετάβασης του παιδιού από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό σχολείο. Διαδύκτιο.
ü  Φωτιάδου, Α. (1998). Ηλικία εισόδου των παιδιών στο δημοτικό σχολείο: Μακεδνόν, 4 235-248.



Δεν υπάρχουν σχόλια: