Translate

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Μια διαφορετική ιστορία

Ο Τζέρεμυ Φόρρεστερ γεννήθηκε με στρεβλωμένο σώμα και καθυστερημένο μυαλό. Ήταν 12 ετών και βρισκόταν ακόμη στη Δευτέρα Δημοτικού• γιατί εξακολουθούσε να είναι ανίκανος στα γράμματα.
Η κυρία Ντόρις Μίλλερ, η δασκάλα του, συχνά έφτανε σε απόγνωση και αδιέξοδο εξαιτίας της συμπεριφοράς του: Στριφογύριζε στο κάθισμά του, έκανε ανοησίες και γρύλιζε. Άλλες φορές πάλι, μιλούσε καθαρά και ευδιάκριτα, λες και μια αχτίδα φωτός να είχε περάσει στο σκοτάδι του μυαλού του. Όμως, τον περισσότερο καιρό ο Τζέρεμυ προκαλούσε τη δασκάλα του. Γι' αυτό κι εκείνη, κάποια μέρα, τηλεφώνησε στους γονείς του να έρθουν για να συζητήσουν.
Στην άδεια τάξη οι Φόρρεστερς κάθονταν σιωπηλά, όταν η Ντόρις άρχισε να τους λέει:
- Καλό θα είναι ο Τζέρεμυ να παρακολουθήσει ειδικό σχολείο. Αδικείται με το να βρίσκεται σε τάξη με μικρότερά του παιδιά, τα οποία μάλιστα δεν αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες. Υπάρχει ένα χάσμα 5 ετών ανάμεσα στον Τζέρεμυ και τους συμμαθητές του.
Η κυρία Φόρρεστερ έκλαιγε αθόρυβα, καθώς ο σύζυγός της πήρε τον λόγο:
- Κυρία Μίλλερ, γνωρίζουμε ότι εδώ κοντά στην περιοχή μας δεν υπάρχει τέτοιο σχολείο, για να πάμε τον Τζέρεμυ. Επιπλέον, θα ήταν ένα πολύ μεγάλο σοκ για το παιδί μας, αν το παίρναμε από το σχολείο του, γιατί ξέρουμε ότι του αρέσει πολύ.
Μόνη τώρα η Ντόρις κοιτάζει συλλογισμένη έξω από το παράθυρό της. Η ώρα περνά κι εκείνη εξακολουθεί να νιώθει μια παράξενη παγωνιά να αγγίζει την ψυχή της. Ήθελε να βοηθήσει τους Φόρρεστερς. Πονούσε στο πρόβλημά τους. Το μονάκριβο παιδί τους ήταν βαριά άρρωστο• ανίατη ήταν η αρρώστιά του, της είχαν πει.
Όμως, είχε και άλλα παιδιά και συζητούσαν χαρούμενα για τον ερχομό του Πάσχα. Η Ντόρις τους μίλησε για το θείο Πάθος, τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Θέλησε όμως να δώσει έμφαση στο γεγονός της νέας ζωής που ανέβλυσε από τον κενό τάφο του Ιησού• γι' αυτό και χάρισε στους μαθητές της από ένα άδειο πλαστικό αυγό λέγοντάς τους:
- Θα πάρει το κάθε παιδί το πλαστικό αυγό στο σπίτι του και αύριο θα το φέρετε στο σχολείο έχοντας τοποθετήσει μέσα σ' αυτό κάτι που να φανερώνει νέα ζωή. Καταλάβατε;
Μάλιστα, κυρία Μίλλερ, απάντησαν όλα τα παιδιά με ενθουσιασμό.
Μόνο ο Τζέρεμυ σιωπούσε. Την κοιτούσε προσεκτικά, χωρίς να κάνει τά συνηθισμένα του «νούμερα».
Αναρωτήθηκε η Ντόρις αν είχε πράγματι κατανοήσει ο μικρός Τζέρεμυ όσα τους είχε πει για τη λυτρωτική Θυσία του Θεανθρώπου και τη δυνατότητα για ανακαίνιση του ανθρώπου, που η Ανάσταση του Σωτήρα Χριστού δώρισε σ' όλη τη μεταπτωτική ανθρωπότητα. Άραγε, είχε καταλάβει ο Τζέρεμυ την άσκηση που τους έδωσε; Μάλλον θα έπρεπε να τηλεφωνήσει στους γονείς του, για να τους εξηγήσει την εργασία.
Πρωινό της επόμενης μέρας. Τα 19 παιδιά της Ντόρις ήρθαν στο σχολείο γελαστά και χαρούμενα. Μπαίνοντας στην τάξη τους τοποθετούσαν το αυγό τους μέσα στο μεγάλο καλαμένιο καλάθι, που ήταν πάνω στην έδρα της κυρίας Μίλλερ.
Μετά το μάθημα της Αριθμητικής έφτασε, επιτέλους, και η ώρα ν' ανοίξουν τ' αυγά!
Ανοίγοντας το πρώτο αυγό η δασκάλα αντίκρισε ένα ανθάκι.
- Ναι, το λουλουδάκι αυτό είναι σημάδι νέας ζωής. Γιατί, όταν τα λουλούδια φανερώνουν τα κεφαλάκια τους πάνω στο χλοοτάπητα της γης, τότε έρχεται κι η Άνοιξη, είπε η Ντόρις.
- Είναι δικό μου αυτό το αυγό, φώναξε ενθουσιασμένο ένα κοριτσάκι από την πρώτη σειρά.
Στο δεύτερο αυγό υπήρχε μια πλαστική πεταλούδα που έλεγες ότι τώρα θα πετάξει. Η Ντόρις δείχνοντάς την στους μαθητές είπε:
- Μια όμορφη πεταλούδα που βγήκε από το μετασχηματισμό της κάμπιας• το 'χουμε μάθει κι αυτό, παιδιά. Επομένως, κι η πεταλούδα αποτελεί δείγμα Η μικρή Τζούντη σήκωνε το χεράκι της χαμογελώντας θαρρετά και λέγοντας:
- Κυρία Μίλλερ, την πεταλουδίτσα την πήρατε από το δικό μου αυγό!
Το τρίτο αυγό περιείχε μια πέτρα με μούσκλια κι η δασκάλα εξήγησε γιατί και τα μούσκλια έδειχναν ζωή.
- Με βοήθησε ο πατέρας μου, ψιθύρισε ο Μπίλλυ στο διπλανό του.
Η Ντόρις έπιασε το τέταρτο αυγό. Και ανοίγοντάς το έμεινε άναυδη. Το αυγό ήταν άδειο! Του Τζέρεμυ θα είναι αυτό, ο οποίος δεν θα κατάλαβε τίποτα απ' όσα τους ζήτησα χθές, σκέφτηκε με λύπη. Κάκισε και τον εαυτό της που είχε ξεχάσει να τηλεφωνήσει στους γονείς του παιδιού. Για να μη προσβάλει τον Τζέρεμυ, άφησε διακριτικά το αυγό του και πήρε το επόμενο.
Όμως, ο Τζέρεμυ πετάχτηκε:
- Κυρία Μίλλερ, δεν είπατε τίποτα για το δικό μου αυγό!
Με φανερή την ταραχή τού απάντησε η Ντόρις:
- Μα, Τζέρεμυ, το αυγό σου είναι άδειο!
- Ναι, αλλά και του Κυρίου Ιησού το μνήμα ήταν επίσης άδειο, απάντησε έκπληκτο το άρρωστο αγόρι κοιτάζοντας τη δασκάλα του.
Η Ντόρις τα 'χασε. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα αμηχανίας μπόρεσε να τον ρωτήσει:
- Γνωρίζεις γιατί ο τάφος του Χριστού ήταν άδειος;
- Ναι. Τον Κύριο οι συμπατριώτες Του Τον σταύρωσαν και Τον τοποθέτησαν κάποιοι μαθητές Του στο μνημείο• μετά αναστήθηκε εκ των νεκρών, είπε με απαλή φωνή ο Τζέρεμυ.
Το κουδούνι χτύπησε για διάλειμμα. Τα παιδιά όρμησαν χαρούμενα προς την αυλή για παιχνίδι. Κι η Ντόρις έκλαψε μόνη στην άδεια αίθουσα. Μια ζεστασιά ένιωσε στην καρδιά της.
Ο Τζέρεμυ πέθανε τρεις μήνες αργότερα. Όσοι παρακολούθησαν την κηδεία του, είδαν έκπληκτοι 19 αυγά πάνω στο φέρετρό του, που όλα ήταν άδεια.

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Μάνα γλυκύτατη!

Αποτέλεσμα εικόνας για μάνα
Θέ μου, νὰ κάμω σὲ Σένα θερμὴ προσευχὴ γιὰ τὴν Μάνα!
Θέ μου, ἡ ἀγάπη Σου ἂς εἶν’ πιὸ βαθιά, πιὸ γλυκιὰ γιὰ τὴ Μάνα!
Μέσα της κάμε ν’ ἁπλώνεται πάντα ἡ δική Σου γαλήνη,
καὶ στὶς πληγὲς τῆς καρδιᾶς της ἡ χάρη Σου βάλσαμο ἂς γίνη.

Μάνα γλυγύτατηΜάνα οὐρανόσταλτηἀτίμιτη Μάνα!
δὲ σὲ θαμπώνουν ἀπάτες ἐσένα κι ὀνείρατα πλάνα.
Πάνω στὸ χρέος ἀκοίμητη ἐσύ, νύχτα-μέρα σκυμμένη,
τ’ ἄπειρο ἀκοῦς μεσ’ στὰ χάη μιὰ-μιὰ τὶς στιγμὲς νὰ σημαίνη.
Τόσο ἡ ψυχή σου εἶν’ ἁπλή, ποὺ μιλᾶ μὲ τ’ ἀμίλητα πλάσματα,
κι’ οὔτε γελιέσαι ποτὲ μ’ ὅσα φτιάνει τὸ ψέμα φαντάσματα.

Μάνα, ἡ στοργή σου μεγάλη κι’ ἀπέραντη ὅσο κι ἡ πλάση!
Ποιὸς θὰ πορέσει ὣς βαθιὰ τὴν καρδιά σου ποτὲ νὰ διαβάση;
Μάνα, ἡ στοργή σου πασίχαρη σὰν τὶς ἀχτίδες τοῦ ἥλιου,
μέσ’ στὴ χαρὰ τοῦ χρυσοῦ προσκαλεῖ μαγικοῦ σου βασίλειου.
Πῶς μὲ βελούδινα δάχτυλ’ ἀγγίζεις τοὺς πόνους μας καὶ τοὺς γλυκαίνεις
Μάνα γλυκύτατη, ὅλα τὰ βάσανα σὺ τ’ ἁπαλαίνεις!

Πάνω ἀπ’ τὸ λίκνο μας σκύβονταςἄγγελε -ὢ τὴ χαρά σου!
τὰ μεταξένια σου ἁπλώνεις φτεράτὰ μεγάλα φτερά σου.
Ὢ τὸ γλυκότρυφερό σου, μανούλακι ὁλόθερμο φίλημα,
στοῦ βρεφικοῦ μας ὀνείρου τ’ ἀθῶο κι ἁπλὸ παραμίλημα!
Ὢ, πῶς πονᾶς ὅταν βλέπεις ἐμᾶς στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου,
καὶ στοὺς δικούς μας κινδύνουςκαλήπόσα φίδια σὲ ζώνουν!

Πόσες φορὲς σοῦ τρυπᾶμεφτωχή, τὴν καρδιὰ μὲ μαχαίρι,
καὶ πόσες ἄλλες σηκώσαμε ἀπάνω σου βέβηλο χέρι!
Πόσες φορὲς σ’ ἀνεβάσαμε ἀπάνω σὲ ξύλον ὀδύνης,
δίχως ἐσὺ καὶ μιὰ λέξη πικρὴ παραπόνου ν’ ἀφήνης!
Κι ὢ, πόσες ἄλλες φορὲς στοῦ φριχτοῦ Γολγοθᾶ μας τὰ σκότη
μόνη σου κλαῖς, σ’ ἕνα θρῆνο βουβότὴ χαμένη μας νιότη!

Ὅλα μᾶς τἄμαθεςΜάνα γλυκύτατηἀτίμητη Μάνα,
καὶ μὲ τῆς Πίστης μας τ’ ἅγιο μᾶς ἔθρεψες κι ἄφθαρτο μάννα.
Ἕνα κομμάτι χρυσάφι μᾶς ἔκρυψες μέσα βαθιά μας,
νὰ μπουμπουκιάσουν οἱ ἀνθοὶ λαχταρᾶς τοῦ καλοῦ στὴν καρδιά μας.
Μάνα! ποῦ βρῆκες τὴν τόση στοργή, τὴν ἀγάπη τὴν τόση;
Μέσ’ στὴν ψυχή σου ἀπ’ τὸ χέρι τοῦ Πλάστη μας ἔχει φυτρώσει!

Μάνα, ποὺ πῆρες ἀπ’ ὅλα τὰ πλάσματ’ ἀνώτερο θρόνο,
ἄφθαρτη μενει κι ἀνέγγιχτ’ ἡ δόξα σου μέσα στὸ χρόνο.
Μέσ’ στὴν ἀγκάλη σου, ὢ θαῦμα! κρατᾶς τὸ Θεό μας, Μητέρα,
κι εἶσαι ἀπ’ τὴ γῆ κι ἀπ’ τοὺς κόσμους τῶν ἄστρων, ἐσύ, Πλατυτέρα!
(Γ. Βερίτης)